ΤΑ ΛΑΘΗ ΤΟΥ ΣΑΝΤΑ ΚΛΑΟΥΣ


Ήταν η βραδιά της παραμονής των Χριστουγέννων.

Οι Μπράουν είχαν πάει να δειπνήσουν με τους Τζόουνς, που έμεναν στο διπλανό σπίτι.
Ο Μπράουν κι ο Τζόουνς, καθισμένοι ακόμη στο τραπέζι, ροκάνιζαν καθαρισμένα φουντούκια κι έπιναν κρασί. Οι άλλοι, είχαν ανέβει επάνω.

– Τι θα χαρίσεις του γιου σου για τα Χριστούγεννα; ρώτησε ο Μπράουν.

– Ένα τρενάκι, αποκρίθηκε ο Τζόουνς. Ένα τρενάκι αυτόματο… εντελώς καινούριο παιχνίδι.

– Για να του ρίξουμε μια ματιά, είπε ο Μπράουν.

Ο Τζόουνς πήγε στη σερβάντα, έφερε ένα δέμα κι άρχισε να το ξετυλίγει.

– Σπουδαίο δεν είναι; Θαύμασε. Τρέχει γύρω γύρω, στις ράγες του. Δεν είναι παράξενο ν’ αρέσει τόσο στα αγοράκια να παίζουν με τρένα;

– Ναι, ναι, συμφώνησε ο Μπράουν. Και πώς δένονται οι ράγες;

– Στάσου να σου δείξω, είπε ο Τζόουνς, βοήθησέ με μόνο να παραμερίσω τούτα τα ποτήρια και τα πιάτα και να σηκώσω το τραπεζομάντηλο. Εντάξει!! Κοίτα, λοιπόν! Βάζεις τις ράγες έτσι και τις στερεώνεις στις άκρες τους, έτσι που…

– Κατάλαβα, περνούν η μια μέσα στην άλλη και βιδώνουν. Πολύ διασκεδαστικό για τα παιδιά. Εγώ, του Ουίλι του πήρα ένα αεροπλανάκι.

– Ξέρω, περίφημο είναι. Είχα χαρίσει ένα του Έντουιν για τα γενέθλιά του. Του είπα πως ο Σάντα Κλάους θα του έφερνε φέτος κάτι καινούριο. Φυσικά, ο Έντουιν πιστεύει απόλυτα στο Σάντα Κλάους. Για κοίτα τούτη την ατμομηχανή… Βλέπεις; Έχει ένα ελατήριο μέσα στο καζανάκι της.

– Κούρντισέ το, είπε ο Μπράουν με μεγάλο ενδιαφέρον. Για να δούμε πώς δουλεύει…

– Αμέσως, είπε ο Τζόουνς, βάλε μόνο δυο τρία πιάτα ή κάτι άλλο, για να γείρουν λίγο οι ράγες. Εντάξει… Πρόσεξε τώρα πώς βουΐζει πρίν ξεκινήσει! Δεν είναι έξοχο για ένα παιδί;

– Βέβαια είπε ο Μπράουν, μα για πες μου σε παρακαλώ! Τούτος ο σπάγκος είναι για τη σφυρίχτρα; Μπα που να πάρει η οργή! Σφυρίζει σαν αληθινή!

– Και τώρα, Μπράουν, εξακολούθησε ο Τζόουνς, δέσε τα βαγόνια στη σειρά και θα βάλω μπροστά. Πολύ έξυπνο, ψέμματα;

Ύστερα από μισή ώρα, ο Μπράουν και ο Τζόουνς, έπαιζαν ακόμα με το τρενάκι στο τραπέζι της τραπεζαρίας.

Οι γυναίκες τους όμως, στο επάνω σαλόνι, ούτε καν πρόσεξαν πως οι άντρες τους αργούσαν να ανέβουν. Είχαν άλλα στο νου τους.

– Τι νόστιμη! Θαύμαζε η κυρία Μπράουν. Είναι η πιο γλυκιά κούκλα που έχω ιδεί στη ζωή μου! Πρέπει να πάρω μια ίδια κι απαράλλαχτη για την Ούλβινα. Η Κλάρις θα ενθουσιαστεί, ψέμματα;

– Ναι, συμφώνησε η κυρία Τζόουνς. Και ύστερα θα διασκεδάσει πολύ ράβοντας τα φουστάνια της. Χαίρονται τόσο τα κοριτσάκια με κάτι τέτοια! Για κοίτα! Είναι τρία φορέματα για την κούκλα στο κουτί, κομμένα κι έτοιμα για ράψιμο. Είδες τι χαριτωμένα που είναι;

– Εξαίσια! Φώναξε η κυρία Μπράουν. Τούτο το μωβ, θαρρώ πως πηγαίνει πολύ με τα ξανθά μαλλιά της κούκλας… τι λες; Μόνο που, αν κατέβαινε λίγο ο γιακάς κι έμπαινε εδώ μια φάσα… έτσι… θα ήταν πολύ πιο νόστιμο. Για κοίτα κι εσύ… Πώς το βρίσκεις;

– Σπουδαία ιδέα! Είπε η κυρία Τζόουνς. Για να δοκιμάσουμε… Στάσου μια στιγμή, να πάω να φέρω μια βελόνα. Θα πω της Κλάρις ότι της το έραψε ο ίδιος ο Σάντα Κλάους. Η κόρη μου ξέρεις, τον πιστεύει απόλυτα τον Σάντα Κλάους.

Ύστερα από μισή ώρα, η κυρία Τζόουνς και η κυρία Μπράουν, είχαν αποξεχαστεί τόσο, ράβοντας τα φορεματάκια της κούκλας, που ούτε τα σφυρίγματα της ατμομηχανής του τρένου, που έτρεχε ακούραστα πάνω στο τραπέζι της τραπεζαρίας, άκουγαν, ούτε νοιάστηκαν να δουν πού ήταν και τι έκαναν τα τέσσερα παιδιά.

– Έξοχα! Είπε ο Ουίλι επιδοκιμαστικά. Εγώ, θα του χαρίσω πούρα του πατέρα.

– Το ξέρω, κι εγώ τα συλλογίστηκα τα πούρα. Στους άντρες αρέσουν πάντα τα πούρα και τα τσιγάρα. Έτσι, είναι σίγουρος κανείς για το δώρο του. Τι λες, δοκιμάζουμε ένα δύο; Μπορούμε να αραιώσουμε την κάτω σειρά κι έτσι δε θα φαίνεται. Θα σ’ σρέσουν, είναι ρούσικα… Πολύ καλύτερα από τα αιγυπτιακά…

– Ευχαριστώ, αποκρίθηκε ο Ουίλι. Πολύ θα το ήθελα ένα τσιγαράκι. Πρωτοκάπνισα, ξέρεις, την περασμμένη άνοιξη στα γενέθλιά μου – έκλεισα τα δώδεκα! Βρίσκω πως για έναν άντρα είναι καλύτερα να αρχίζει να καπνίζει κάπως αργά, τι λες κι εσύ; Η νικοτίνη τον κατσιάζει. Περίμενα λοιπόν να κλείσω τα δώδεκα!

– Κι εγώ, είπε ο Έντουιν, καθώς άναβαν κι οι δυο τα τσιγάρα τους. Για να είμαι ειλικρινής, δε θα τα αγόραζα και τούτα, αν δεν έπρεπε οπωσδήποτε να κάνω έναν μπουναμά στον πατέρα μου. Τον πιστεύει, ξέρεις, ακόμα τον Σάντα Κλάους.

Την ίδια ώρα, η Κλάρις έδειχνε στη μικρή Ούλβινα μια πολύ νόστιμη κασετίνα του Μπριτζ, που είχε αγοράσει για τη μητέρα της.

– Τι χαριτωμένοι που είναι τούτοι οι μαρκαδόροι! Είπε η Ούλβινα! και τι όμορφο σχέδιο… Ολλανδέζικο είναι χρυσή μου, ή φλαμανδικό;

– Ολλανδέζικο, βεβαίωσε με πεποίθηση η Κλάρις. Σπουδαίο, έτσι; Και τούτα τα τασάκια για τα λεφτά, δεν είναι τρέλα;Η αλήθεια είναι πως, αν ήθελα, μπορούσα να μην τ’ αγοράσω, μου φαίνεται όμως πως είναι πολύ κουτό να παίζει κανείς χωρίς λεφτά. Δε βρίσκεις κι εσύ;

– Φριχτό κι ανούσιο, συμφώνησε πρόθυμα η Ούλβινα, μα η μαμά σου δε παίζει ποτέ με λεφτά, ψέμματα;

– Η μαμά! Θεός φυλάξοι! Είναι πολύ καθυστερημένη σ’ αυτό το σημείο. Θα της εξηγήσω όμως πως ο ίδιος ο Σάντα Κλάους έβαλε στην κασετίνα τα τασάκια για τα λεφτά.

– Φαντάζομαι πως η μαμά σου θα τον πιστεύει τον Σάντα Κλάους, σαν τη δική μου.

– Και βέβαια τον πιστεύει, είπε η Κλάρις και πρόσθεσε: Τι λες, παίζουμε μια παρτιδούλα; Μια δεκάρα τον πόντο! Θέλεις;

– Γιατί όχι; Συμφώνησε πρόθυμα η Ούλβινα. Ύστερα από λίγα λεπτά, τα δυο κοριτσάκια ανακάτευαν με βιασύνη τις τράπουλες, με τα πορτοφολάκια τους ανοιχτά, πάνω στο τραπέζι.

Μισή ώρα αργότερα, οι δυο οικογένειες ήταν πάλι μαζεμένες στο κάτω σαλόνι. Φυσικά, κανένας δεν είπε λέξη για τους μπουναμάδες. Ξεφύλλιζαν ωστόσο με θαυμασμό τη μεγάλη Βίβλο, που είχαν αγοράσει ο κύριος κι η κυρία Τζόουνς για τον παππού. Ήταν όλοι βέβαιοι, πως έτσι ο παππούς, θα έβρισκε τρόπο να περνάει ευχάριστα τις ώρες του, σαν ήταν μόνος.

Επάνω όμως, στο δικό του σαλόνι, ο παππούς Τζόουνς κοίταζε τρυφερά τα δώρα που είχε αγοράσει εκείνος για τους δικούς του: μια όμορφη κασετίνα για το ουίσκι, με ασημένια σκαλίσματα απ’ έξω για τον Τζόουνς και μια μεγάλη νικελένια φυσαρμόνικα για τον εγγονό του.

Αργότερα, περασμένα μεσάνυχτα, κάποιο πρόσωπο ή πνεύμα, ο Σάντα Κλάους τέλος πάντων, πήρε όλα τα δώρα και, όπως κάθε χρόνο τέτοια νύχτα, τα έβαλε στις κάλτσες των ανθρώπων του σπιτιού.
Πού να φανταστεί όμως ο καημένος ο Σάντα Κλάους, πόση χαρά θα έπαιρναν οι μεγάλοι , βρίσκοντας στις κάλτσες τους, τα δώρα που είχαν αγοράσει οι ίδιοι για τα παιδιά τους και πόσο θα καμάρωναν τα παιδιά, παίρνοντας τα δώρα που είχαν μόνα τους διαλέξει για τους μεγάλους!!

Έκανε λοιπόν τη διανομή με το συνηθισμένο τρόπο. Έτσι, τα παιδιά πήραν τρενάκια, αεροπλάνα, κούκλες και φυσαρμόνικες και οι μεγάλοι πούρα, τράπουλες και τη Βίβλο!

Αυτό ήταν το μεγάλο του λάθος!..

Δώρα και άνθρωποι ωστόσο, δεν άργησαν να βρουν το σωστό τους δρόμο.
Και να που κατά τις δέκα το πρωί, ο Μπράουν και ο Τζόουνς έπαιζαν με το αυτόματο τρενάκι, η κυρία Μπράουν και η κυρία Τζόουνς έραβαν φουστάνια για τις κούκλες, τα αγοράκια κάπνιζαν τσιγάρα και η Κλάρις με την Ούλβινα έπαιζαν χαρτιά, με τα λεφτά που τους είχαν δώσει οι γονείς τους.
Επάνω, στο δικό του το σαλόνι, ο παππούς έπινε ουίσκι κι έπαιζε φυσαρμόνικα..

Έτσι, όπως συμβαίνει πάντα, τα Χριστούγεννα πέρασαν πολύ ευχάριστα για όλους !!

Συγγραφέας : Στίβεν Μπάτλερ Λίκοκ
Photo: 2.bp.blogspot.com

Advertisements

One thought on “ΤΑ ΛΑΘΗ ΤΟΥ ΣΑΝΤΑ ΚΛΑΟΥΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s