Λονδίνο, 19ος αιώνας.
Ο Όλιβερ γεννιέται σε ένα φτωχοκομείο της επαρχίας, ενώ η μητέρα του πεθαίνει στη γέννα. Έτσι, μεγαλώνει στο ορφανοτροφείο, μα η ζωή εκεί είναι άθλια. Κάποια μέρα, ζητάει λίγο φαγητό ακόμη γι’ αυτόν και τους φίλους του, με αποτέλεσμα να εξαγριώσει το διευθυντή του ιδρύματος, κ. Μπάμπλ.
Ο Όλιβερ θα εκδιωχθεί από το ορφανοτροφείο και θα πιάσει δουλειά πλάι σε ένα νεκροθάφτη, όπου η αμοιβή του θα είναι ένα πολύ μικρό πιάτο φαγητό και ένας ύπνος σε μια γωνιά, στη βρώμικη σοφίτα του σπιτιού.
Μην αντέχοντας άλλο να ζει κάτω από αυτές τις άθλιες συνθήκες, αποφασίζει να δραπετεύσει, περπατώντας μέχρι το Λονδίνο..
Μια συμμορία πορτοφολάδων θα τον πλησιάσει κι ο Όλιβερ θα τους ακολουθήσει και θα μείνει μαζί τους, γνωρίζοντας και τον τρομακτικό αρχηγό της συμμορίας (Φάγκιν), αλλά και τον κακοποιό Μπίλ Σάικς.
Το αγόρι εκπαιδεύεται και γίνεται διαρρήκτης, συμμετέχοντας σε όλες τις ληστείες της συμμορίας. Σε μια από αυτές, θα κάνει ένα λάθος, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά…
Με τη βοήθεια ενός καλοσυνάτου ανθρώπου, ο Όλιβερ θα καταφέρει να ανακαλύψει την πραγματική του ταυτότητα και να ξαναβρεί την οικογένειά του, παίρνοντας όλη την αγάπη που στερήθηκε.
Ο Ντίκενς μεγαλουργεί με τον Όλιβερ Τουίστ, ενώ παράλληλα πετυχαίνει και το σκοπό του, ο οποίος δεν ήταν άλλος από το να θίξει τις άθλιες συνθήκες που επικρατούσαν το 19ο αιώνα στην Αγγλία, κατακρίνοντας παράλληλα την κοινωνία για την αδυναμία αντιμετώπισής τους.
Ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
